Archive for the ‘Άρθρα’ Category

h1

Αφιέρωμα στους Bark Psychosis

5 Φεβρουαρίου, 2010

Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι εξυπηρετεί μια καινούργια ανάρτηση στο κρυψίνου blog μου. Στο γκουκλοκρατούμενο κόσμο μας η απάντηση είναι απλή: Ίσως με βρει εκείνος που έτυχε να ψάχνει στα ίδια άγνωστα μονοπάτια όπως εγώ άλλοτε, άρα εν προκειμένω το κίνητρο ότι κάποιος εκεί έξω θέλησε να μάθει κάτι παραπάνω για τους Bark Psychosis είναι αρκετά σημαντικό για να σπαταλήσω λίγο από τον -όχι και τόσο- πολύτιμο χρόνο μου.

Η μεγάλη παρεξήγηση με τους Bark Psychosis έγκειται στο ότι άθελά τους ταμπέλιασαν ένα παρακλάδι του rock με το οποίο τελικά έχουν από λίγη έως ελάχιστη σχέση, αν φυσικά μπορείς να βάλεις υπό την ίδια σκέπη όλα όσα κατά καιρούς χαρακτηρίστηκαν ως post rock. Όμως για μια στιγμή φαντάσου, είσαι ο ηγέτης των Bark Psychosis Graham Sutton, προσπαθείς να χωρέσεις τη μεγαλομανία σου σε νότες, παίζεις μπουνιές με τους bandmates (ftoxi elliniki glossa) σου κι όταν μήνες μετά κυκλοφορείς ένα δίσκο απερίγραπτης ομορφιάς, κλειστοφοβικό όσο και ανοιχτόμυαλο, αρκετά προσιτό για να σε ζεστάνει από το πρώτο άκουσμα, αρκετά απόμακρο για να σου φανερώσει μονομιάς όλα του τα μυστικά, για φαντάσου, πώς να’ναι όταν 15 χρόνια μετά κάποιοι σε μνημονεύουν μόνο γιατί έδωσες οντότητα σε μπάντες όπως οι Explosions in the Sky;

Ο πρώτος δίσκος τους Hex ξεκίνησε το ταξίδι του το 1994 και κάποιος θέλοντας να του προσάψει ταυτότητα σκαρφίστηκε εν ονόματί του τον όρο post rock. Η μουσική του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μινιμαλιστική, avant-garde, προοδευτική… Πώς όμως να αποδώσεις σωστά το απόκοσμο ηχόχρωμα της μελαγχολίας που κυριαρχεί στο άλμπουμ;  Μεταφέροντας την αύρα των ανοιχτών χώρων της εκκλησίας στην οποία ηχογραφήθηκε, ένα εξωτικό πέπλο περιβάλλει τις μεταβαλλόμενες μουσικές δομές του, κάνοντας το Hex ένα σύμπλεγμα σιωπηρών, μελωδικών στιγμάτων, μια αινιγματική δήλωση προς τον καθημερινό ακροατή, που δύσκολα θα συναντήσει αλλού.

Οι Bark Psychosis δεν υπήρξαν ποτέ μπάντα με το συνήθη ορισμό και αυτό δεν αποτυπώνεται μόνο στη μουσική τους, αλλά και στην προδιαγεγραμμένη φθορά τους. Περιορισμένες περιοδείες ακολούθησαν το Hex και σύντομα τα μέλη της μπάντας σκόρπισαν, με την επόμενη δισκογραφική τους απόπειρα να έρχεται 10 χρόνια αργότερα, το 2004. Όμως η σύνθεση του συγκροτήματος ελάχιστα θύμιζε την αρχική και ο χρόνος είχε προλάβει ν’αφήσει το σημάδι του στο χώρο του post rock, αν και ευτυχώς το Codename: Dustsucker απέφυγε να μπει στην πεπατημένη του Hex ή να μιμηθεί άλλες κυκλοφορίες του χώρου. Όντας απαλλαγμένο από την εσωστρέφεια της πρώτης τους δουλειάς, μπορεί να υστερεί σε συνοχή, αλλά καταφέρνει έτσι να καταθέσει 9 διαφορετικές απόψεις (όσα και τα τραγούδια του δίσκου) για τη σύγχρονη μουσική, βαδίζοντας σε παράλληλα ambient και jazz μονοπάτια, παντρεύοντας τους Mogwai με τους Egg, δημιουργώντας μεγάλες προσδοκίες για το επόμενο βήμα των Bark Psychosis, όποτε και αν έρθει αυτό.

Η δισκογραφία των Bark Psychosis συμπληρώνεται με τη συλλογή Independency, η οποία συγκεντρώνει τα τραγούδια που ηχογράφησαν στο διάστημα 1989-1992, όταν γνώριζαν τις επιρροές τους στους ήχους των Talk Talk, των Sonic Youth και του shoegaze και προετοίμαζαν την ανατρεπτική τους μουσική παρέμβαση και με τη συλλογή Game Over, η οποία είναι μάλλον ανάξια ιδιαίτερης μνείας.

Advertisements
h1

Rock and Roll Can Be Noise Pollution

31 Μαΐου, 2009

AC/DC, ΟΑΚΑ 28-5-2009, re-review

Ήμασταν εκεί, η απόδοση του συγκροτήματος άγγιξε πολύ υψηλά επίπεδα (επαγγελματισμού), ο Angus Young έδωσε τα πάντα (μας κούρασε όλους με τα αδιάφορα σόλο του), ο Brian Johnson (νιάου) παρέσυρε με τη φωνή του (τις λίγες φορές που ακουγόταν) τους 50.000 πιστούς (όψιμους) οπαδούς που πλημμύρισαν το ΟΑΚΑ (με 60Ε το φτηνότερο εισητήριο, μια χαρά ήταν), Malcom Young, Cliff Williams και Phil Rudd  στάθηκαν στο ύψος τους (δεν έκαναν ούτε μία κωλοτούμπα, γιατί ν’ ασχοληθείς μαζί τους?), στήνοντας ένα δαιμονισμένο show (σε συναυλία νόμιζα ότι ήρθαμε), εν μέσω πυροτεχνημάτων, κομφετί, κανονιών και φουσκωτών κούκλων (τα τσίρκα είναι ακόμα στη μόδα) κι εμείς τραγουδώντας κάθε στίχο της ενηλικίωσής μας απ’ έξω (καλύπτοντας με τις φωνές μας τον απαίσιο ήχο), αισθανθήκαμε για λίγο κομμάτι του rock ’n’ roll μύθου (που σαν άξιοι σκαπανείς της ιστορίας για λόγους άγνωστους ταυτίσαμε με τους άκεντεκε) κι αφήσαμε την τελευταία μας ανάσα φωνάζοντας For Those About to Rock, We Salute You (στο καλό…)

akedeke

Hell, ήταν το μεγαλύτερο ροκ πάρτυ στην ιστορία της Ελλάδας και χαίρομαι που ήμουν κομμάτι του, μα αν σου πω πως βαρέθηκα, σε παρακαλώ, μη με χαρακτηρίσεις κακεντρεχή.

h1

Για τη συμφωνία θεωρίας και πειράματος στις φυσικές επιστήμες

4 Οκτώβριος, 2008

Ασχολούμενοι με τη συμφωνία θεωρίας και πειράματος αξίζει πρωταρχικά να εξετάσουμε τη φιλοσοφική θεώρηση της πραγματικότητας στα πλαίσια της οποίας έχει σημασία αυτή η συμφωνία. Είναι αυτή που εκφράζει τη δογματική πίστη πως ο κόσμος μας διέπεται από ένα σύνολο νόμων που τον περιγράφουν και χαρακτηρίζουν κάθε δραστηριότητά του. Η επαγωγική σκέψη κυριαρχεί σε αυτήν τη φιλοσοφία και έτσι αν υποθέσουμε πως γνωρίζουμε κάποιο νόμο μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι καθετί που βρίσκεται υπό την επίδρασή του θα παρουσιάσει συγκεκριμένη συμπεριφορά. Δηλαδή αν εκ των προτέρων γνωρίζουμε πως μια θεωρία είναι ορθή, εφαρμόζοντάς την (και μηδενίζοντας τους εξωτερικούς παράγοντες) πρέπει απαραιτήτως τα αποτελέσματα να συμπεριλαμβάνονται στα προβλεπόμενα.

Όμως επειδή καμία θεωρία δεν είναι a priori και αξιωματικά ορθή ακολουθείται η αντίστροφη διαδικασία, σε μια προσπάθεια να συμπεράνουμε ποιοι είναι αυτοί οι νόμοι. Πρόκειται για την ονομαζόμενη πειραματική διαδικασία, δηλαδή τη διατύπωση υποθέσεων και τον κατοπινό έλεγχο της ορθότητας αυτών μέσα από τη διεξαγωγή πειραμάτων. Με την έννοια αυτή η θεωρία θα μπορούσε να υπάρχει και χωρίς το πείραμα, είναι ωστόσο αυτό που συμβάλλει στο ξεσκαρτάρισμα όσων θεωριών αποκλίνουν από την πραγματικότητα.

Κατ’ ουσίαν ο ρόλος ενός πειράματος δεν είναι απόλυτα επιβεβαιωτικός, αφού καθενός επιτυχημένου πειράματος μπορεί να έπεται ένα που θα το αναιρέσει. Όταν δε, υπάρχει πλήθος πειραματικών αποτελεσμάτων που συμφωνεί με τα προβλεπόμενα αυτό δε συνεπάγεται την αδιαμφισβήτητη ορθότητα τής αρχικής υπόθεσης, έστω και αν συμβάλλει στην ενίσχυσή της. Αντίθετα, αν τα δεδομένα που προκύπτουν μετά από ικανοποιητικό αριθμό πειραμάτων διαφωνούν με τη θεωρία, αυτός είναι ένας πολύ καλός λόγος για την επανεξέταση αυτής και για την προσωρινή απόρριψή της. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να το χαρακτηρίσουμε απαραίτητη άλλα όχι επαρκή συνθήκη για την αποδοχή μιας θεωρίας.

Μία άλλη συνέπεια του ορισμού της πειραματικής διαδικασίας είναι πως η διατύπωση κάποιων θέσεων, έστω και ως μια απλή αυθαίρετη υπόθεση είναι απαραίτητη και πάντα προηγείται του ελέγχου αυτών. Η πρόταση αυτή έχει καθολική ισχύ και δεν μπορεί το πείραμα να γίνεται πρώτο αφού έτσι αναιρείται ο ελεγκτικός χαρακτήρας του. Οι περιπτώσεις όπου η διεξαγωγή κάποιου πειράματος οδήγησε στη διατύπωση νέων θεωριών μπορούν γενικά να αποδοθούν σε μία από τις δύο ακόλουθες αιτίες. Στην αδυναμία πρόβλεψης των αποτελεσμάτων (γιατί η θεωρία είναι ελλιπής ή απλώς λανθασμένη) και στην αδυναμία διεξαγωγής απολύτως ακριβών πειραμάτων (λόγω ελλιπούς τεχνογνωσίας ή επειδή δε λήφθηκαν υπόψιν όλες οι αρχικές παράμετροι).

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως υπάρχει και η περίπτωση όπου πειράματα διεξάγονται κάτω από τυχαίες ή/και απροσδιόριστες συνθήκες με την προσδοκία τα αποτελέσματα που θα προκύψουν να προσφέρονται για θεωρητικά συμπεράσματα, ωστόσο η τελευταία περίπτωση δεν εμπίπτει στην αυστηρώς καθορισμένη πειραματική μέθοδο, αλλά σε αυτήν του εμπειρισμού. Στον τελευταίο το πείραμα είναι αυτοσκοπός και δε γίνεται στα πλαίσια εξακρίβωσης της ορθότητας μιας θεωρίας, γι’ αυτό και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιείται είναι από ελαστικές μέχρι και τυχαίες και απέχουν παρασάγγας από εικείνες της πειραματικής μεθόδου που θέλει να ελέγχει κάθε παράμετρο τής διεξαγωγής του. Δεν προσφέρεται δηλαδή για έλεγχο θέσεων.

Χωρίς αμφιβολία η εξέταση τού κατά πόσο συμφωνούν θεωρία και πείραμα είναι μείζονος σημασίας και συνήθως απαραίτητη για την διαμόρφωση αξιόλογων συμπερασμάτων. Είναι ιδιαίτερα επισφαλές για έναν επιστήμονα να συνεχίσει για πολύ τις εικασίες του χωρίς έλεγχο, γι’ αυτό και πρέπει να διεξάγει πειράματα. Από τα δύο πιθανά αποτελέσματα που ενδέχεται να προκύψουν με τη χρήση της συγκεκριμένης μεθοδολογίας, δηλαδή αυτό της συμφωνίας και εκείνο της ασυμφωνίας μεταξύ θεωρίας και πειράματος, το πρώτο θα ωθήσει τον επιστήμονα προς την επέκταση και βελτίωση των αρχικών του υποθέσεων, όμως η ιστορία έδειξε πως και η ασυμφωνία μπορεί να βοηθήσει σημαντικά την εξέλιξη των ιδεών.

h1

Η μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης

12 Σεπτεμβρίου, 2008

Ο έρωτας μου για τη Νουέβα Γιορκ είναι κάτι σαν έρωτας μέσω facebook. Δεν την έχω δει ποτέ από κοντά, ούτε είμαι σίγουρος πως θέλω στ’αλήθεια να την συναντήσω κι όμως εκείνη βρίσκει τρόπους να με φέρνει συνέχεια κοντά της. Σαν πιτσιρικάς ήταν οι ουρανοξύστες, ο θολός ουράνος του αρχέτυπου μιας μητρόπολης, τα ξεφτισμένα ιδεώδη που αργοπέθαιναν στα σοκάκια και στην 5η λεωφόρο. Τώρα είναι η μουσική. Πάντα ήταν η μουσική. Χωρίς να το ξέρω λάτρεψα τη μουσική της και έμεινα άθελα μου πιστός στους όρκους αγάπης που είχαμε κάποτε ανταλλάξει.

Είναι δύσκολο να παρουσιάσω ολοκληρωμένο το παζλ της μουσικής σκηνής της Νέας Υόρκης, ειδικά εφόσον σκοπεύω να αγνοήσω τεράστια σε αξία κομμάτια του όπως η τζαζ. Για τη ροκ πάντως οι απαρχές της τοποθετούνται στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Σαν πόλη είναι αρκετά αδικημένη σε σχέση με το LA και το Σαν Φρανσίσκο, γιατί εκείνες ηγούνταν λίγα χρόνια νωρίτερα μιας πιο φωτεινής «επανάστασης» απ’όσο θα ταίριαζε στη Νέα Υόρκη. Δεν ήταν δυνατό να είναι μέλος αυτής της κουλτούρας, παρά πρωτοστάτης μιας άλλης, κενής επανάστασης, που χτύπησε την Αμερική μετά το ξε-φτιασίδωμα δύο ταραχώδων δεκαετιών. Η γενιά του ’70 στεκόταν αμήχανη και το αστικό τοπίο της Νέας Υόρκης ήταν το ιδανικό λίκνο καλλιτεχνών που δεν είχαν τίποτα να πουν κ όμως το έλεγαν.

Οι άμεσες επιρροές της σκηνής, μάλλον τα πρώτα δείγματα αυτής, βρίσκονται στους Velvet Underground και τους New York Dolls. Punk κ New Wave εμφανίζονται και οι τραχιές κιθάρες των Ramones, της Patti Smith κ των Blondie συναντούν τους Talking Heads, το Richard Hell κ τους Television. Ακόμα και μπάντες όπως οι Blue Oyster Cult, δείχνουν τα δικά τους ιδιαίτερα ξεστρατίσματα, ίσως γιατί η Νέα Υόρκη φροντίζει να μην ακολουθεί κανείς την πεπατημένη. Από τότε, καλλιτέχντες όπως οι Sonic Youth και η Cat Power βγαίνουν στην επιφάνεια, προβάλλοντας σε διαφορετικές εποχές την όψη μιας πόλης που βιάστηκε να μεγαλώσει.

Επιφυλάσσομαι να επανέλθω με λιγότερο γνωστά ονόματα και περισσότερο μπλα μπλα, για την ώρα θα αναφερθώ σε τρια σύγχρονα συγκροτήματα εκ Νέας Υόρκης

!!!

Δεν ξέρεις πώς προφέρεται; Ούτε εγώ!!! Πάντως αν θες να τους αποθηκεύσεις σε κάποια γωνιά του μυαλού σου, έχει επικρατήσει το chkchkhck. Νομίζουν πως παίζουν Dance Punk, στην πραγματικότητα ανακατεύουν το πιο εκρηκτικό κοκτέιλ που θα τιμήσει ποτέ τα αυτιά σου. Οι ιδανικοί για να μπάσουν οποιονδήποτε αμύητο σε χορευτικά μονοπάτια, τζαμάρουν ασταμάτητα και υιοθετούν το πιο ξεδιάντροπο rock ‘n’ roll atittude που μπορείς να συναντήσεις.

Προτεινόμενο album: Louden Up Now

Battles

Πατώντας πάνω σε πολύ απλές φόρμες, δημιουργούν την πιο ασυνήθιστη μουσική που θα μπορούσε να καταφέρει μία μπάντα εξοπλισμένη με το κλασσικό ροκ οπλοστάσιο, δηλαδή κιθάρα, μπάσο, ντραμς και πλήκτρα. Με φανερή διάθεση για (αυτό)σαρκασμό, τραβούν καρτερικά τα όρια της μουσικής λίγο πιο πέρα. Φτάνει κ συ να είσαι διατεθειμένος να πας μαζί τους.

Προτεινόμενο album: Mirrored

Interpol

Παγκοσμίου φήμης πλέον, έχουν σημαδευτεί από τη σύγκριση που γίνεται μεταξύ αυτών και των Joy Division. Αν δεν έχεις πρόβλημα με τέτοιου είδους κακοήθειες, ή αν απλά δεν έχεις ακούσει Joy Division, οι Interpol έχουν βουτήξει όσο βαθιά θα μπορούσε ένας εκπρόσωπος του Indie και είναι μια καλή εισαγωγή για τη σημερινή Νέα Υόρκη.

Προτεινόμενο album: Turn on the Bright Lights

h1

Ο άνθρωπος κάνει χρήση μόνο του 10% του εγκεφάλου του

5 Σεπτεμβρίου, 2008

Ακόμη κι αν πρόκειται για έναν ακόμα μύθο που η ευρεία διάδοσή του θα τον φέρνει μπροστά μας για πολλά χρόνια, οι άνθρωποι του Υπουργείου Παιδείας κάνουν ό,τι μπορούν για να τον επιβεβαιώσουν.

Το 10% των θέσεων σε ΑΕΙ και ΤΕΙ συμπληρώνονται κάθε χρόνο από απόφοιτους λυκείου προηγούμενων ετών. Αυτοί χωρίς να μπαίνουν ξανά στη διαδικασία των εξετάσεων, καταθέτουν εκ νέου μηχανογραφικά με το βαθμό που συγκέντρωσαν όταν είχαν συμμετάσχει στις πανελλήνιες και συναγωνίζονται όσους επιλέγουν τον ίδιο τρόπο για να εισαχθούν σε κάποια σχόλη. Οι βάσεις του 10% είναι τρομακτικά υψηλές, σχεδόν ανεξαρτήτως σχολής. Αν και σε πρώτη προσέγγιση αυτό φαντάζει λογικό, αφού οι θέσεις είναι περιορισμένες, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η πλειονότητα των παιδιών που δεν είναι ικανοποιημένο με τη σχολή που πέρασε συμμετέχει ξανά στις εξετάσεις, οπότε αναλογικά οι θέσεις του 10% είναι λογικό να διεκδικούνται από ποσοστό αν όχι 10% επί των υποψηφίων, σίγουρα αρκετά μικρό σε σχέση με αυτόυς που εξετάζονται πανελλαδικά. Θα αναμέναμε να γίνεται μία ανακατανομή από σχολή σε σχολή, με τις βάσεις να κυμαίνονται στα ίδια επίπεδα (ή έστω λίγο υψηλότερα) με αυτά του υπόλοιπου 90% των θέσεων.

Οι παροχές του Ελληνικού κράτους προς τους φοιτητές είναι ανεξάρτητες του τρόπου με τον οποίο εισήχθησαν στο πανεπιστήμιο, όπως φερ’ ειπείν στέγαση, πάσο κλπ. Πρόσφατα όσοι πέτυχαν την εισαγωγή τους με το 10% συμπεριελήφθησαν στη δράση του ”Δες την ψηφιακά”, η οποία προσφέρει επιδότηση για την αγορά Η/Υ σε συγκεκριμένο ποσοστό επί των επιτυχόντων. Αν και όλα αυτά φαντάζουν όμορφα και δίκαια, εντούτοις ήταν πολλοί εκείνοι που εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και συμπληρώνοντας απλά τα χαρτιά τους, πέρασαν σε κάποια σχολή μόνο για να πάρουν την επιδότηση, εκτοξεύοντας παράλληλα τις βάσεις. Άφησαν εκτός όλους εκείνους που ήθελαν να περάσουν πράγματι κάπου, καταργώντας ουσιαστικά τη χρησιμότητα του 10%.

Ο φτωχός εν Αθήναις σχεδιασμός έκλεισε την πόρτα του πανεπιστημίου σε πάρα πολλούς νέους και κατέστησε άχρηστη την πρόβλεψη του να μπορείς να διορθώνεις την αρχική σου επιλογή. Η συζήτηση για τον τρόπο εισαγωγής στα πανεπιστήμια δεν έκλεισε ποτέ, όμως παράπλευρες ζημίες όπως αυτή δεν οφείλονται παρά στην αδιαφορία και την ασχετοσύνη ορισμένων, δυστυχώς όμως περνάνε απαρατήρητες.